Είχε μπει για τα καλά η άνοιξη και λυπόταν. Το φως της μέρας που μεγάλωνε δεν μπορούσε με τίποτε να τον ημερώσει, έκαιγε τα μάτια του, όπως πέφτει ο αγιασμός πάνω στο δέρμα. Τα σπλάχνα του, τα όργωναν σκοτάδια.
Λες και ένα αίσθημα βαθειάς απώλειας, τον έπαιρνε καθημερινά απ΄ το χέρι και τον οδηγούσε ξέμπαρκο από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ σε ασωτίες δίχως αύριο και αδιέξοδα ναυάγια σε θάλασσες που δεν θα γνώριζε ποτέ και μύριζαν αψέντι και φτηνό αλκοόλ. Γύριζε όλη μέρα στις απόμερες στοές του Κέντρου, αλλά, στην πραγματικότητα, δεν πήγαινε πουθενά.
Υπέθετε με απόλυτη αδιαφορία, ότι μέσα του, κάθε καλοσύνη μάλλον θα έπρεπε από καιρό να τον έχει εγκαταλείψει. Και ταλαντευόταν αβέβαια πάνω από την άβυσσο, σε αυτήν την οριακή στιγμή που δεν ξέρει κανείς, ούτε πώς να ζήσει, ούτε και πώς ακριβώς να πεθάνει για να λύσει το γελοίο του δράμα. Το είχε αναλάβει αντί γι΄ αυτόν, το ποτό.
Το ταξίδι σαν να τελείωσε απότομα και δεν είχε προλάβει να πάρει ούτε καν το φιλμ.
Είχε, όμως, διανύσει όλη τη διαδρομή από τον άνθρωπο ως το αγρίμι και τώρα, ατάλαντος καθώς ήταν και χωρίς κανέναν σπουδαίο έρωτα για να αντέχει τα Σαββατοκύριακα, επέστρεφε στη σκόνη της παληάς του κάμαρας χωρίς εξάρσεις, συμβιβασμένος με την ιδέα, ότι πουθενά δεν θα μπορούσε στο εξής να βρει γιατρειά.
Γιώργος Αρβανίτης